(Φωτ.: Ο Ν. Kαζανζάκης με τη Γαλάτεια στην Αθήνα 1915)
Ο γάμος τους, έγινε στον Αγιο Kωνσταντίνο, σε ένα μικρό εκκλησάκι του Ηρακλειώτικου νεκροταφείου.
Προσγειωμένη, γήινη, ρεαλίστρια, η Γαλάτεια, συνειδητοποιεί το μαρτύριο του χιμαιροκυνηγού συζύγου της.
"Θαρρώ πως ποτέ δέν σ΄ αγάπησα με τόση παιδικότητα", της γράφει σ΄ ένα του γράμμα καί σ΄ ένα άλλο: "Σ΄αγαπώ, αυτό είναι essentiel, είσαι πάντα μαζί μου και λαχταρώ την ώρα που θ΄ανταμώσουμε πάλι. Απ΄όλους στην Ελλάδα, εσύ είσαι η πιο τίμια, τολμηρή κι ισορροπημένη
ψυχή".
Η αλήθεια είναι πως ο Kαζαντζάκης έκανε ό,τι μπορούσε για να΄ναι μακριά από τη Γαλάτεια. Προτιμούσε να την αντιμετωπίζει από μακριά και να της φανερώνει τις σκέψεις του σε επιστολές καί σε λόγια. Με παθιασμένη επιμονή επιζητεί ευκαιρίες απομακρύνσης. Στα χρόνια του πολέμου πηγαίνει στη Βόρειο Ελλάδα, ταξιδεύει συνέχεια στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Μετά την παραίτησή του από το υπουργείο, φεύγει για λίγα χρόνια στη Γερμανία.
Δε σταματά να τη σκέπτεται, να της γράφει λόγια γεμάτα τρυφερότητα και λυρισμό, αλλά οι λέξεις δεν είναι πάντα το κατάληλο γιατρικό. "Tι να κάμουν τα γράμματα" γράφει η Λιλή Ζωγράφου, στο βιβλίο της για τον Ν. Kαζαντζάκη, "πώς να πιστέψει τον άνθρωπο που δεν ξέρει να κάμει μια τρυφερή χειρονομία, σαν βρίσκεται κοντά της, ή να πει ένα ερωτικό λόγο; είναι τάχα δύσκολο να γράψει ένας συγγραφέας θαυμάσια γράμματα;"
Ο Kαζαντζάκης θα επιμείνει, θα προσπαθήσει να διατηρήσει στην ψυχή της το είδωλό του με κάθε τρόπο, μετατοπίζοντας τον έρωτα τους σε πνευματική σχέση, πάνω από τους πόθους της σάρκας, αλλά η Γαλάτεια, κουρασμένη και μειωμένη σαν γυναίκα από τη στάση του, θα τον εγκαταλείψει. Η μοναξιά, η αγωνία, ο αγώνας, η αναμονή τής κλόνισαν τα νεύρα. Tον εγκατέλειψε, όταν αργά πια, αισθάνθηκε σαν γυναίκα την ανδρική παρουσία καί ζεστασιά, χωρίς όμως να πάψει να τον εκτιμά και να ενδιαφέρεται για τη δύσκολη πορεία που διάλεξε για τον εαυτό του.
Δέκα χρόνια είχαν ερωτικό δεσμό, δεκάξι χρόνια ήταν παντρεμένοι. Συνολικά είκοσιέξι χρόνια χωρίς ολοκληρωμένη επαφή, αλλά με πολλά σκληρά καί δύσκολα κοινά βιώματα.
Σέ ένα υστερόγραφο από μια επιστολή του Kαζαντζάκη προς τη Γαλάτεια, (λίγα χρόνια προτού χωρίσουν) ο Kαζαντζάκης γράφει: "δεν ξέρω πώς να σου πω -ντρέπομαι- πως ποτέ μου δε σ΄αγάπησα τόσο βαθιά, τόσο απελπισμένα, όσο τώρα. Μού λες πως νιώθεις πως είμαι τώρα πολύ μακριά σου. Στον κόσμο εγώ κανένα άλλο δέν αγαπώ όσο σένα. Είσαι η μόνη ατομική υπόσταση, που με συγκινεί έως θανάτου. Αγαπώ ως λες, όλους τους ανθρώπους --κι ακόμα ίσα με τους ανθρώπους και για τον ίδιο λόγο, όλα τα ζά, τα δέντρα, τ΄άστρα. Ολα τα νιώθω σα συναθλητές, σα μια πομπή ιερή, που ξεκινά από ένα σκοτεινό σημείο και οδεύει σ΄ένα άλλο σκοτεινό σημείο... δεν ξεχωρίζω κανένα πρόσωπο. Ολα είναι πνιγμένα στο κίτρινο φώς της ματαιότητας. Δεν ξεχωρίζω πατέρα και αδερφή, μήτε φίλους, μήτε τον εαυτό μου.
Μόνο εσένα ξεχωρίζω και θα ΄θελα να μπορούσα όλη τούτη τη μάταιη, άθλια, ακατανόητη στιγμή να την κάμω αθάνατη.
Tο πρόσωπό σου θα ΄θελα πάντα να βλέπω, αιώνια, να μην χαθεί από τα μάτια μου όλη η δύναμη, η ζωή, ο έρωτας του προσώπου σου. Είσαι το μόνο στέρεο πρόσωπο μέσα στο χάος του θεού. Δεν ξέρω πώς να λέω λόγια τρυφερά, δεν ξέρω πώς να σου μιλήσω για να νιώσεις, για μια στιγμή, πόσο σ΄ αγαπώ".
Kι αλήθεια την αγάπησε τη Γαλάτεια με το δικό του τρόπο.
|